Αρχική σελίδα

Γίνε Μέλος

Επιχειρήσεις

Chat

forum

Σελίδες χρηστών

links

Επικοινωνία

Ελληνικά |   Σάββατο 23/9/2017
 
Ελλάδα

Χειροτερεύει η εικόνα της υγείας των Ελλήνων

25/10/2007
Χειροτερεύει η εικόνα της υγείας των Ελλήνων

Κάποτε ήμασταν στη δεύτερη θέση, τώρα έχουμε φτάσει στην 11η! Όλο και πιο χαμηλή θέση όσον αφορά το προσδόκιμο ζωής καταλαμβάνει η Ελλάδα ανάμεσα στις χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης: η χώρα μας κατατάσσονταν το 2004 στην 11η θέση μεταξύ των χωρών της Ε.Ε., το 2001 κατείχε την 7η θέση και το 1991 τη 2η...

Το προσδόκιμο ζωής αυξήθηκε στην Ελλάδα την περίοδο 1990-2004, μόνο κατά 1,5 χρόνο, όταν στις περισσότερες Δυτικοευρωπαϊκές χώρες παρουσίασε διπλάσια αύξηση. Το δε κέρδος στο προσδόκιμο ζωής των Eλλήνων οφείλεται κυρίως στη μείωση της σχετικά υψηλής βρεφικής θνησιμότητας και όχι στη βελτίωση του προσδόκιμου ζωής των ενηλίκων.

Στους ενήλικες η θνησιμότητα από καρδιαγγειακά, που αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου (48%) μειώνεται τα τελευταία χρόνια, αλλά με ρυθμούς βραδύτερους απ΄ ότι στις άλλες χώρες της ΕΕ. Σε ότι αφορά στους καρκίνους, που αποτελούν τη δεύτερη αιτία θανάτου (25%), η θνησιμότητα παραμένει σταθερή την τελευταία 20ετία, ενώ στην ΕΕ μειώνεται συνεχώς.

Οι αρνητικές αυτές διαπιστώσεις οφείλονται κυρίως στην ανεξέλεγκτη δράση των βασικών παραγόντων κινδύνου για καρδιαγγειακά νοσήματα και νεοπλάσματα, λόγω της απουσίας οποιασδήποτε οργανωμένης προσπάθειας πρόληψης στη χώρα μας.

Οι κάτοικοι της Ελλάδας καπνίζουν υπερβολικά, είναι υπερτασικοί, έχουν αυξημένο σωματικό βάρος και δεν ασκούνται.

Η Ελλάδα κατέχει στο κάπνισμα μία από τις υψηλότερες θέσεις διεθνώς. Το 40% των ενηλίκων
Ελλήνων είναι καπνιστές (49,9% των ανδρών και το 30,8% των γυναικών), με αυξητικές τάσεις και στα δύο φύλα τα τελευταία χρόνια.

Το 24,6% των μαθητών ηλικίας 14-17 ετών καπνίζει καθημερινά, ενώ στάσιμα παραμένουν την τελευταία 5ετία τα ποσοστά των νέων 18-34 ετών που καπνίζουν. Συνολικά, πάνω από 20.000 Έλληνες πεθαίνουν κάθε χρόνο εξαιτίας του καπνίσματος.

To ποσοστό του πληθυσμού με αυξημένο σωματικό βάρος ανέρχεται στo 57,7%, γεγονός που μας κατατάσσει στη 2η χειρότερη θέση μετά το Ηνωμένο Βασίλειο, μεταξύ των χωρών της Ε.Ε. των 15. Σε ό,τι αφορά τη σωματική άσκηση, το 34,5% των ανδρών και το 44,7% των γυναικών στον ενήλικο πληθυσμό, δηλώνει σωματικά αδρανή.

Τα παραπάνω στοιχεία έδωσε στη δημοσιότητα ο αναπληρωτής Καθηγητής Κοινωνικής Ιατρικής Γιάννης Τούντας, Επιστημονικός Υπεύθυνος του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας, τονίζοντας μεταξύ άλλων πως η γενική θνησιμότητα, παρουσιάζει σταθερή μείωση, τόσο για τους άντρες όσο και για τις γυναίκες, όμως η μείωση αυτή είναι με βραδύτερους ρυθμούς σε σχέση με τις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε.

Τα στοιχεία προέρχονται από μελέτη που πραγματοποίησε το Κέντρο Μελετών Υπηρεσιών Υγείας του Εργαστηρίου Υγιεινής και Επιδημιολογίας της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών,
με αντικείμενο την αξιολόγηση της υγείας του ελληνικού πληθυσμού, έτσι όπως αυτή καταγράφεται με βάση τους δημογραφικούς δείκτες, τους δείκτες θνησιμότητας και νοσηρότητας, τους παράγοντες κινδύνου και την ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία και που εκφράζει τη σωματική, ψυχική και κοινωνική ευεξία.

Η μελέτη πραγματοποιήθηκε από ομάδα ειδικών, τον γιατρό Φίλιππο Φιλιππίδη, μεταπτυχιακό φοιτητή ‘Προαγωγή και Αγωγή Υγείας’, την γιατρό Ευανθία Γκουβέρη ειδικευόμενη στην Παθολογία, την ψυχολόγο Έρευνας Χριστίνα Δημητρακάκη, επιστημονική συνεργάτιδα του Κέντρου Μελετών Υπηρεσιών Υγείας, και τον τελειόφοιτο φοιτητή Ιατρικής Σχολής Πανεπιστημίου Αθηνών Βασίλη Λωσταράκο, με συντονιστή τον κ. Τούντα. Η έκδοση και διανομή της μελέτης επιτεύχθηκε χάρη στην χορηγική υποστήριξη των εταιριών PHARMACON και PHARMA COMMUNICATION.

Από τη μελέτη προκύπτει μεταξύ άλλων ότι:

Τα τελευταία 10 χρόνια (1996-2006) ο συνολικός πληθυσμός της χώρας αυξήθηκε κατά 4,2%, κυρίως λόγω της μετανάστευσης
Η ηλικιακή ομάδα άνω των 65 ετών αυξήθηκε από 13,3% στο σύνολο του πληθυσμού το 1983, σε 18,5% το 2006, με αποτέλεσμα την περαιτέρω δημογραφική γήρανση του πληθυσμού
Το προσδόκιμο ζωής κατά τη γέννηση διαμορφώθηκε, το 2004, στα 76,67 έτη για τους άντρες και στα 81,46 έτη για τις γυναίκες, εμφανίζοντας μικρή αυξητική τάση, κυρίως λόγω της μείωσης της περιγεννητικής και βρεφικής θνησιμότητας
Οι κύριες αιτίες θανάτου στην Ελλάδα είναι τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος
(48%), τα κακοήθη νεοπλάσματα (25%), τα νοσήματα του αναπνευστικού συστήματος (7%) και τα ατυχήματα (5%)
Τα ατυχήματα κατέχουν την πρώτη θέση στις ηλικίες μέχρι 44 ετών, οι κακοήθεις νεοπλασίες
στις ηλικίες 45-59 ετών και τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος στις ηλικίες άνω
των 60 ετών
Η θνησιμότητα από νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος εμφανίζει μείωση στην Ελλάδα, ο ρυθμός όμως μείωσης είναι βραδύτερος απ’ ότι στις άλλες χώρες της Ε.Ε., με αποτέλεσμα να υπερβαίνει αυτή της Ε.Ε.
Από τα νοσήματα του κυκλοφορικού συστήματος, τη συχνότερη αιτία θανάτου αποτελούν οι παθήσεις των εγκεφαλικών αγγείων και ακολουθεί η ισχαιμική καρδιοπάθεια, ενώ στις υπόλοιπες χώρες της Ε.Ε. η ισχαιμική καρδιοπάθεια είναι η πρώτη αιτία θανάτου
Η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα στην Ελλάδα είναι μικρότερη από τον μέσο όρο της Ε.Ε. και παραμένει σταθερή την τελευταία 20ετία ενώ στην Ε.Ε. μειώνεται στο διάστημα αυτό
Η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα στους άντρες είναι σχεδόν διπλάσια απ’ ότι στις
γυναίκες, λόγω της μεγάλης συχνότητας των νεοπλασμάτων του αναπνευστικού συστήματος εξ’ αιτίας του καπνίσματος
Στις γυναίκες, τα νεοπλάσματα του μαστού αποτελούν την πρώτη αιτία θανάτου από νεοπλάσματα και ακολουθούν τα νεοπλάσματα του αναπνευστικού συστήματος.
Η θνησιμότητα από κακοήθη νεοπλάσματα του αναπνευστικού συστήματος και της ουροδόχου κύστης είναι υψηλότερη από το μέσο όρο της Ε.Ε., ενώ στα υπόλοιπα νεοπλάσματα, η θνησιμότητα είναι χαμηλότερη. Σημειώνεται ότι και τα δυο αυτά νοσήματα σχετίζονται με το κάπνισμα.

Η θνησιμότητα από ατυχήματα είναι πολύ μεγαλύτερη στους άντρες απ’ ότι στις γυναίκες και βρίσκεται άνω του μέσου όρου της Ε.Ε., παρά το γεγονός ότι ακολουθεί πτωτική τάση.

Το 55,9% των θανάτων από ατυχήματα οφείλονται στα τροχαία, τα οποία όμως παρουσιάζουν σημαντική μείωση μετά το 1996.

Οι άντρες υπερτερούν των γυναικών και στις 8 διαστάσεις της ποιότητας ζωής που σχετίζεται με την υγεία, ενώ σε όλες τις διαστάσεις υπάρχει μείωση με την αύξηση της ηλικίας.

Οι Έλληνες εμφανίζουν χαμηλότερες τιμές στη διάσταση της γενικής υγείας και κυρίως στη διάσταση της ψυχικής υγείας σε σύγκριση με χώρες όπως η Γερμανία, η Ιταλία και το Ηνωμένο Βασίλειο και υπερτερούν στη διάσταση του σωματικού πόνου.

Η ποιότητα ζωής που σχετίζεται με την υγεία στους Έλληνες εφήβους υστερεί άλλων ευρωπαϊκών χωρών στις περισσότερες διαστάσεις, κυρίως στην ψυχική ευεξία και υπερτερεί μόνο στις διαστάσεις του σχολικού περιβάλλοντος και του κοινωνικού αποκλεισμού.

Η υπέρταση ευθύνεται για το 25% του συνόλου των θανάτων, το κάπνισμα για το 19,3%, η υψηλή χοληστερόλη για το 11,6%, ο υψηλός Δείκτης Μάζας Σώματος για το 8,3%, η καθιστική ζωή για το 5% και η χαμηλή κατανάλωση φρούτων και λαχανικών για το 3,9%.

Η διατροφή των Ελλήνων παρουσιάζει σημαντικές αποκλίσεις, της τάξης του 50% από τις βασικές προδιαγραφές της Μεσογειακής Δίαιτας.

Κατά την περίοδο 1997-2003, ο αριθμός των εξελθόντων από νοσοκομεία ασθενών αυξήθηκε τόσο συνολικά (20%) όσο και ανά κατηγορία νοσημάτων.

Το 35% του ενήλικου ελληνικού πληθυσμού πάσχει από ένα χρόνιο νόσημα. Προηγείται σε συχνότητα η υπέρταση και ακολουθούν η υπερχοληστερολαιμία, οι αρθρίτιδες, ο σακχαρώδης διαβήτης και οι αγχώδεις διαταραχές.

Η περιγεννητική θνησιμότητα στην Ελλάδα ελαττώνεται σταθερά τα τελευταία 30 χρόνια.
Το 2003 ήταν 6,26 ανά 1.000 γεννήσεις, ενώ ο μέσος όρος στην Ε.Ε. την ίδια χρονιά ήταν 6,54.

Μεγαλύτερη μείωση παρουσιάζει ο δείκτης βρεφικής θνησιμότητας. Από 29,6‰ το 1970, έφτασε στο 4,06‰ το 2004, που είναι χαμηλότερος του μέσου όρου της Ε.Ε. (5,27‰).

Σημαντικές κοινωνικές ανισότητες παρουσιάζουν οι δείκτες υγείας του ελληνικού πληθυσμού. Τα χρόνια νοσήματα είναι πιο συχνά στις κατώτερες κοινωνικοοικονομικές τάξεις (36,9%) σε σύγκριση με τις ανώτερες (30,4%).

Ανισότητες στην υγεία παρατηρούνται και κατά γεωγραφικές περιοχές, με την Αν. Μακεδονία και Θράκη, που έχει το χαμηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ, να παρουσιάζει τον υψηλότερο δείκτη γενικής θνησιμότητας (768,3 ανά 100.000 κατοίκους) και το υψηλότερο ποσοστό καρδιαγγειακών νοσημάτων.

Επιστροφή
Aλλοι τίτλοι
 
www.medicum.gr 2004 © - Ασκληπιού 179, Αθήνα 11471 · Τηλ.: 210 6470684-5 · Fax: 210 6451205 · info@medicum.gr
Created and hosted by Duke Media Powered by dmMaestro CMS